στιγμιαίος

Μεταφράσεις

στιγμιαίος

(stiɣmi'eos) αρσενικό

στιγμιαία

(stiɣmi'ea) θηλυκό

στιγμιαίο

instant, momentaryinstantané, momentanémomentâneo, imediatoسَرِيعٌ, مُؤَقَتٌokamžitý, přechodnýmomentan, øjeblikkeligmomentan, sofortiginstantáneo, momentáneo, instantáneahetkellinen, välitöntrenutačanistantaneo, momentaneo即座の, 瞬間の순간의, 즉시의kortstondig, onmiddellijkkortvarig, umiddelbarchwilowy, nagłyмгновенный, моментальныйomedelbar, tillfälligชั่วครู่, ทันทีทันใดanında, bir anlıklập tức, tạm thời瞬间的, 立即的 (stiɣmi'eo) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται σε ελάχιστο χρόνο στιγμιαίος καφές
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close