στοά

Μεταφράσεις

στοά

arcade, lodge, portico, stoa, loggiaarcade, galerie, loge (sto'a)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πέρασμα κάτω από τη γη στοά μυρμηγκoφωλιάς
2. πέρασμα ανάμεσα από κτίρια ή κολόνες στοά με μαγαζιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close