στοιχείο

Μεταφράσεις

στοιχείο

elementجُزْءprvekelementElementelementoelementtiélémentelementelemento要素요소elementelementelementelementoэлементelementองค์ประกอบbileşenyếu tố要素 (sti'çio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. συστατικό θρεπτικό στοιχείο
2. χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό στοιχείο
3. απόδειξη στοιχείο υπέρ κάποιου
4. δεδομένο ανάλυση στοιχείων
5. η δύναμη τα στοιχεία της φύσης
6. ο χώρος είμαι στο στοιχείο μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close