στοιχειωμένος

(προωθήθηκε από στοιχειωμένο)
Μεταφράσεις

στοιχειωμένος

(stiço'menos) αρσενικό

στοιχειωμένη

(stiço'meni) θηλυκό

στοιχειωμένο

spooky, hauntedمَكَانٌ يَتَرَدَّدُ عَلَيْهِ شَبَحٌstrašidelnýhjemsøgtSpuk-embrujadokummitus-hantégdje ima duhovastregato幽霊が出没する유령이 나오는door spoken bezetenhjemsøktnawiedzanyassombrado, ódioс привидениямиhemsöktซึ่งสิงอยู่perilima ám闹鬼的 (stiço'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει στοιχειώσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close