στοιχηματίζω

Μεταφράσεις

στοιχηματίζω

(stiçima'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάζω στοίχημα κτ

στοιχηματίζω

bet, wagerparierيُراهِنُvsadit (se)væddewettenapostarlyödä vetoakladiti sescommettere賭ける내기를 하다weddenveddezałożyć sięapostarставитьslå vadพนันbahse girmekcá cược
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βάζω στοίχημα υπέρ κάποιου Στοιχημάτισε στο σωστό άλογο.
2. μεταφορικά είμαι απόλυτα βέβαιος για κτ Στοιχηματίζω ότι δε θα έρθει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close