στοπ

Μεταφράσεις

στοπ

(stop)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
oδικό σήμα

στοπ

stop, stop signSeis停止arrêterหยุดStop停止pararStop
επιφώνημα
σταμάτα
διαταγή ή παράκληση σε κπ να σταματήσει κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close