στοργικός

Μεταφράσεις

στοργικός

(storʝi'kos) αρσενικό

στοργική

(storʝi'ci) θηλυκό

στοργικό

caring, affectionate, fondمُهْتَمٌ بِالآخَرينstarostlivýomsorgsfuldfürsorglichbondadosohuolehtivaattentionnépažljivpremuroso思いやりのある돌보는zorgzaamomsorgsfulltroskliwyatenciosoзаботливыйsom bryr (sig) omที่ห่วงใยผู้อื่นşefkatlichu đáo关心人的 (storʝi'ko) ουδέτερο
επίθετο
τρυφερός και προστατευτικός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close