στοχεύω

Μεταφράσεις

στοχεύω

zielen, abzielenaim, targetviser, chercher, cibler, vouloirيَسْعَى إِلىusilovatsigteapuntar, aspirartähdätäciljatipuntareねらう겨냥하다richtensiktewycelowaćvisarнамечатьsiktaตั้งเป้าhedeflemeknhắm vào打算 (sto'çevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. σημαδεύω στοχεύω στο κέντρο
2. αποσκοπώ στοχεύω ψηλά στοχεύω στη νίκη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close