στρέφομαι

(προωθήθηκε από στράφηκα)
Μεταφράσεις

στρέφομαι

('strefome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. γυρίζω προς μια κατεύθυνση Στράφηκε προς το μέρος μου.
2. απευθύνομαι Στράφηκε αλλού για βοήθεια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close