στρέφω

Μεταφράσεις

στρέφω

turnيَدورُotáčet sedrejesich drehengirarpyöriätournerokretati segirare回転する돌다draaiensnurreobracaćgirarкрутитьсяsnurraหมุนdönmekxoay ('strefo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
γυρνάω, κατευθύνω στρέφω το βλέμμα μου προς στρέφω την προσοχή μου προς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close