στρίβω

Μεταφράσεις

στρίβω

('strivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μετακινώ προς μια πλευρά στρίβω τις ρόδες
2. στραμπουλάω Του έστριψα το χέρι στην πλάτη.

στρίβω

turn, roll, round, turn off, windtourner, rouler, virer, serpenterيَتَلَوَّى, يَدْوُرُvinout se, zahnoutdreje, sno sigdrehen (sich), sich windengirar, serpentearkääntyä, mutkitellaokrenuti, zavijatiattorcigliarsi, girare向きを変える, 曲がる구불구불하다, 회전하다bochten maken, draaiensnirkle, svingeskręcić, wić sięgirar, serpentear, virarпетлять, поворачиватьsvängaเลี้ยว, คดเคี้ยวdönmek, kıvrılmakquay đi, rẽ ngoặt蜿蜒, 转弯
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κάνω στροφή στρίβω δεξιά
2. οικείο φεύγω, εξαφανίζομαι Ώρα να στρίβω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close