στρίμωγμα

Μεταφράσεις

στρίμωγμα

('strimoɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. πολυκοσμία σε στενό χώρο Πολύ στρίμωγμα στα μαγαζιά!
2. πίεση οικονομικό στρίμωγμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close