στρίφωμα

Μεταφράσεις

στρίφωμα

hem ('strifoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το μάζεμα του κάτω μέρους υφάσματος σε ρούχο το στρίφωμα της φούστας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close