στραβώνω

Μεταφράσεις

στραβώνω

(stra'vono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να μην είναι ίσιο στραβώνω το σώμα μου
2. θαμπώνω, τυφλώνω Με στράβωσε με τα φώτα του.

στραβώνω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι στραβός Το ξύλο στράβωσε.
2. οικείο μεταφορικά δεν πάω καλά Ο γάμος τους στράβωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close