στραγγίζω

Μεταφράσεις

στραγγίζω

(stran'ɟizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω να φύγουν τα νερά στραγγίζω τα μακαρόνια στραγγίζω τα ρούχα
2. μεταφορικά αδειάζω τελείως στραγγίζω το ποτήρι μου

στραγγίζω

drainيُصَرِّفُ ماءًvypustitdræneentwässernescurrir, vaciartyhjentääégoutteriscijeditidrenare排水する(...에서) 배출시키다afvoerentappeosuszyćdrenarосушатьtappa utระบายออกatık boşaltmaktháo nước排放
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
δε στάζω πια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close