στραμμένος

(προωθήθηκε από στραμμένο)
Μεταφράσεις

στραμμένος

(stra'menos) αρσενικό

στραμμένη

(stra'meni) θηλυκό

στραμμένο

(stra'meno) ουδέτερο
επίθετο
γυρισμένος προς μια κατεύθυνση έχω το βλέμμα στραμμένο σεπρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close