στραμπουλάω

Μεταφράσεις

στραμπουλάω

(strambu'lao)

στραμπουλώ

(strambu'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
λυγίζω άσχημα ένα μέρος του σώματος στραμπουλάω το πόδι μου στραμπουλάω το χέρι μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close