στραμπούληγμα

Μεταφράσεις

στραμπούληγμα

(stra'mbuliɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
τραυματισμός από στράβωμα μέρους του σώματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close