στρατιωτικός

(προωθήθηκε από στρατιωτική)
Μεταφράσεις

στρατιωτικός

(stratioti'kos) αρσενικό

στρατιωτική

(stratioti'ci) θηλυκό

στρατιωτικό

military, servicemanmilitistamilitaire, stratiotiquemilitarجُنْديّ, عَسْكَرِيٌّvoják, vojenskýmilitær, soldatMilitärangehöriger, militärischmilitar, soldadosotilas, sotilas-pripadnik oružanih snaga, vojnimilitare軍の, 軍人군대의, 군인militairmilitær, serviceteknikermilitarny, żołnierzвоеннослужащий, военныйmilitär, militär-ทางทหาร, ผู้ที่รับราชการทหารaskeri, ordu mensubunam quân nhân, thuộc quân đội军事的, 现役军人, 军事צבאיвоенни軍事 (stratioti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με το στρατό στρατιωτικό όχημα
2. που αρμόζει σε στρατό στρατιωτικό βήμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close