στριγκλίζω

Μεταφράσεις

στριγκλίζω

scream, shriek, yell (striŋ'glizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω δυνατές διαπεραστικές κραυγές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close