στριμμένος

(προωθήθηκε από στριμμένη)
Μεταφράσεις

στριμμένος

(stri'menos) αρσενικό

στριμμένη

(stri'meni) θηλυκό

στριμμένο

fractious (stri'meno) ουδέτερο
επίθετο
δύστροπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close