στριμωγμένος

Μεταφράσεις

στριμωγμένος

cramped, crammed

στριμωγμένος

مَحْشو

στριμωγμένος

namačkaný

στριμωγμένος

proppet

στριμωγμένος

vollgestopft

στριμωγμένος

atiborrado

στριμωγμένος

täyteen ahdettu

στριμωγμένος

comble

στριμωγμένος

natrpan

στριμωγμένος

pieno zeppo

στριμωγμένος

詰め込んだ

στριμωγμένος

빼곡히 찬

στριμωγμένος

propvol

στριμωγμένος

stappfull

στριμωγμένος

nabity

στριμωγμένος

abarrotado, cheio

στριμωγμένος

заполненный

στριμωγμένος

fullproppad

στριμωγμένος

อย่างแออัด

στριμωγμένος

tıka basa dolu

στριμωγμένος

nhồi nhét

στριμωγμένος

填满的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close