στριμώχνομαι

Μεταφράσεις

στριμώχνομαι

يَحْشوnatěsnat (se)proppevollstopfencramatiborrar, embutirahtautuas’entassernatrpatiammassare詰め込む과식하다volproppenproppetłoczyć sięencherвпихиватьproppa fullยัด อัดเต็มtıka basa doldurmakních đầy填满 (stri'moxnome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
βρίσκομαι σε συνωστισμό Στριμωχτήκαμε στο λεωφορείο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close