στριμώχνω

Μεταφράσεις

στριμώχνω

corner, squeeze (stri'moxno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω κτ σφιχτά δίπλα σε κτ άλλο Τον στρίμωξα στο ασανσέρ. Μας στρίμωξαν σ'ένα δωματιάκι.
2. μεταφορικά πιέζω Τη στρίμωξε με τις ερωτήσεις του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close