στριφογυρίζω-γυρνάω

Μεταφράσεις

στριφογυρίζω-γυρνάω

(strifoʝi'rizo-ʝir'nao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δεν μπορώ να κάτσω σε μια θέση στριφογυρίζω στο κρεβάτι μου
2. μεταφορικά τριγυρίζω Μια περίεργη σκέψη άρχισε να στριφογυρίζει στο κεφάλι μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close