στρογγυλεύω

Μεταφράσεις

στρογγυλεύω

(stroŋɟi'levo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να γίνει στρογγυλό στρογγυλεύω τις άκρες

στρογγυλεύω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παχαίνω Το πρόσωπό της στρογγύλεψε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close