στρώνω

Μεταφράσεις

στρώνω

lay ('strono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. καλύπτω επιφάνεια στρώνω το κρεβάτι στρώνω το τραπέζι
2. απλώνω στρώνω τα χαλιά
3. ισιώνω, τακτοποιώ στρώνω τα ρούχα μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close