στυγνός

(προωθήθηκε από στυγνή)
Μεταφράσεις

στυγνός

(sti'ɣnos) αρσενικό

στυγνή

(sti'ɣni) θηλυκό

στυγνό

calculated, cold, feeling, callous, unfeeling (sti'ɣno) ουδέτερο
επίθετο
απάνθρωπος στυγνός δολοφόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close