στωικός

(προωθήθηκε από στωική)
Μεταφράσεις

στωικός

(stoi'kos) αρσενικό

στωική

(stoi'ci) θηλυκό

στωικό

stoischstoicstoïcien, stoïque (stoi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που υπομένει αδιαμαρτύρητα κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close