στόλισμα

Μεταφράσεις

στόλισμα

('stolizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να στολίζει κν κτ Το στόλισμα του σπιτιού πήρε χρόνο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close