στόμα

Μεταφράσεις

στόμα

Mund, Maulmouthbocabouche, gueulebocagurăротفَمٌústamundsuuustaboccamondmunnustamunปากağızmiệng嘴巴уста ('stoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η κοιλότητα ανάμεσα από το πηγούνι και τη μύτη ανοίγω το στόμα μου
τρώω
μένω αποσβολωμένος
2. το όργανο παραγωγής λόγου
δε λέει τίποτα
3. μέλος της οικογένειας Έχω πέντε στόματα να θρέψω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close