στόμιο

Μεταφράσεις

στόμιο

mouth, nozzle, orifice ('stomio)
ουσιαστικό ουδέτερο
το άνοιγμα, η είσοδος το στόμιο μπουκαλιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close