στύβω

Μεταφράσεις

στύβω

squeeze, wring ('stivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βγάζω με πίεση το ζουμί στύβω πορτοκάλια
2. στραγγίζω στύβω τα ρούχα
πιέζομαι να σκεφτώ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close