συγγενής

Μεταφράσεις

συγγενής

(sinɟe'nis) αρσενικό-θηλυκό

συγγενές

(siŋɟe'nes) ουδέτερο
επίθετο
συγγενικός δύο συγγενείς γλώσσες

συγγενής

Verwandte, Verwandterrelative, akinparientesukulainenparentrokoncongiunto, parenteقَريبpříbuznýslægtningrođak親戚친척familielidslektningkrewnyparenteродственникsläktingเครือญาติgörecelihọ hàng亲戚
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
μέλος της ίδιας οικογένειας Ήρθε κάποιος συγγενής.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close