συγγενεύω

Μεταφράσεις

συγγενεύω

(sinɟe'nevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. είμαι συγγενής με κπ Συγγενεύουμε εμείς οι δύο.
2. μεταφορικά έχω σχέση, ομοιότητες Τα δύο αυτά συστήματα συγγενεύουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close