συγγενικός

(προωθήθηκε από συγγενικό)
Μεταφράσεις

συγγενικός

(sinɟeni'kos) αρσενικό

συγγενική

(sinɟeni'ci) θηλυκό

συγγενικό

related, akin (sinɟeni'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με συγγενή συγγενικός δεσμός συγγενικό περιβάλλον
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close