συγκάτοχος

Μεταφράσεις

συγκάτοχος

(siŋ'gatoxos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που είναι κατά το μισό ιδιοκτήτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close