συγκατάβαση

Μεταφράσεις

συγκατάβαση

condescension (siŋga'tavasi)
ουσιαστικό θηλυκό
επιείκεια Του συμπεριφερόταν με συγκατάβαση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close