συγκατοικώ

Μεταφράσεις

συγκατοικώ

يَعِيْشَاžít spoluleve sammenzusammenlebenlive togetherconvivirasua yhdessävivre ensembleživjeti zajednoconvivere同棲する함께 살다samenwonenleve sammenprzeżyć razemviver juntoжить в гражданском бракеbo ihopอยู่ด้วยกันbirlikte yaşamaksống chung同居 (siŋgati'ko)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μοιράζομαι το ίδιο σπίτι με κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close