συγκεκριμένος

Μεταφράσεις

συγκεκριμένος

(sinɟekri'menos) αρσενικό

συγκεκριμένη

(sinɟekri'meni) θηλυκό

συγκεκριμένο

concrete, particular, specific, preciseخاصٌّ, مُحَدَّدkonkrétníbestemt, specifikspeziell, spezifischespecífico, particularerityinenparticulier, spécifiqueodređen, specifičanparticolare, specifico特別の, 特定の구체적인, 특유의bepaald, specifiekbestemt, spesifikkokreślony, szczególnyespecial, específico, específicasособенный, специфическийsärskildโดยเฉพาะbelirli, özellikcụ thể, riêng biệt具体的, 特别的специфични (sinɟekri'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. ακριβής, που δεν είναι αφηρημένος έχω σαφείς ιδέες
2. αυτός και όχι άλλος, ειδικά αυτός στη συγκεκριμένη περίπτωση
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close