συγκεντρώνομαι

Μεταφράσεις

συγκεντρώνομαι

concentrate, come together, gather, musterيُرَكِّزُsoustředit sekoncentrere (sig)konzentrieren (sich)concentrarsekeskittyäse concentrerkoncentrirati seconcentrarsi集中する집중하다concentrerenkonsentrere (seg)skoncentrowaćconcentrar-seконцентрироватьkoncentreraเพ่งความสนใจyoğunlaşmaktập trung集中 (sinɟe'dronome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
αφοσιώνομαι συγκεντρώνομαι στη δουλειά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close