συγκεντρώνω

Μεταφράσεις

συγκεντρώνω

gather, concentrate, focus, marshal, musterrassembler, concentrer, réunirيَجْتَمِعُshromáždit (se)samleversammelncongregar, congregarsekerätä yhteenskupitiraccogliere集める...을 (끌어) 모으다verzamelensamlezebraćjuntarсобиратьsamlaรวมตัวกันtoplanmaktập hợp聚集 (sinɟe'drono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μαζεύω σε ένα χώρο συγκεντρώνω τα πράγματά μου
2. συλλέγω συγκεντρώνω αποδείξεις
3. προσελκύω, εστιάζω συγκεντρώνω τα βλέμματα πάνω σε κτ συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close