συγκινημένος

(προωθήθηκε από συγκινημένη)
Μεταφράσεις

συγκινημένος

( sinɟini'menos) αρσενικό

συγκινημένη

(sinɟini'meni) θηλυκό

συγκινημένο

مُتَأَثِّرdojatýrørtegerührttouchedconmovidoliikuttunuttouchédirnuttoccato感動した감동한ontroerdrørtdotkniętycomovidoтронутыйrördสะเทือนใจduygulanmışxúc động被感动的 (sinɟini'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει συγκινηθεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close