συγκινητικός

(προωθήθηκε από συγκινητική)
Μεταφράσεις

συγκινητικός

(sinɟiniti'kos) αρσενικό

συγκινητική

(sinɟiniti'ci) θηλυκό

συγκινητικό

moving, touchingémouvant, mobile, touchantمُؤَثِّر, مُؤَثِّرٌdojemnýbevægende, rørenderührendemotivo, enternecedorkoskettava, liikuttavadirljivcommovente, toccante感動させる, 感動的な감동적인, 움직이는ontroerendrørenderuchomy, wzruszającycomoventeдвижущийся, трогательныйrörandeซึ่งดลใจ, ที่สามารถกระตุ้นความรู้สึกอ่อนโยนdokunaklıcảm động, gây xúc động动人的, 感人的 (sinɟiniti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί συγκίνηση συγκινητικά λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close