συγκινώ

Μεταφράσεις

συγκινώ

émouvoirrührenmove, affect, excite, touch (sinɟi'no)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προκαλώ συγκίνηση Τα λόγια του μας συγκίνησαν.
2. προκαλώ ενδιαφέρον Δε με συγκίνησε το βιβλίο του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close