συγκλίνω

Μεταφράσεις

συγκλίνω

converge (siŋ'glino)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. συναντιέμαι, πλησιάζομαι Οι δυο δρόμοι συγκλίνουν.
2. συμφωνώ Οι απόψεις μας συγκλίνουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close