συγκλονίζω

Μεταφράσεις

συγκλονίζω

appal, appall (siŋglo'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ταρακουνάω Ο σεισμός συγκλόνισε την πόλη μας.
2. αναστατώνω Τα νέα σου μας συγκλόνισαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close