συγκλονιστικός

Μεταφράσεις

συγκλονιστικός

(siŋglonisti'kos) αρσενικό

συγκλονιστική

(siŋglonisti'ci) θηλυκό

συγκλονιστικό

shocking, staggeringbouleversant (siŋglonisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
συνταραστικός συγκλονιστικό θέαμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close