συγκοινωνώ

Μεταφράσεις

συγκοινωνώ

(sinɟino'no)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
συνδέομαι, επικοινωνώ Τα σπίτια μας συγκοινωνούν από την ταράτσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close