συγκοπή

Μεταφράσεις

συγκοπή

syncopation, syncope暈厥Synkopa晕厥syncopesyncopesíncopeSynkopeSynkopeСинкоп失神sincopeSíncope (siŋgo'pi)
ουσιαστικό θηλυκό
ιατρική η προσωρινή απώλεια των αισθήσεων παθαίνω συγκοπή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close